Γέροντας Ευσέβιος Γιαννακάκης

Ο π. Ευσέβιος κατά κόσμον Αντώνιος Γιαννακάκης γεννήθηκε το 1910 στο Γεωργίτσι της Σπάρτης και ήταν το έκτο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας του Ηλία και της Χριστούλας Γιαννακάκη. Άνθρωποι πιστοί και πολύ ευλαβείς ανέθρεψαν τα παιδιά τους εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.

Από μικρός ο Αντώνης ήταν παιδί υπάκουο, πονετικό, «χαριτωμένο». Ήταν πολύ εγκρατής από μικρός, και άδολος. Ήταν παιδί καλοπροαίρετο. Δεν κούραζε κανέναν. Όταν όμως το απαιτούσε η περίσταση, γινόταν πολύ μαχητικός. Κάποτε πήγε με το θείο του στο βουνό να κόψουν ξύλα. Θα ήταν τότε δέκα ετών. Άκουσε κάποια στιγμή εκεί κοντά έναν άλλο ξυλοκόπο να βλασφημεί τα θεία. Τότε στην καρδιά του μικρού παιδιού φούντωσε η ιερή αγανάκτηση. «Ακούς εκεί, να βρίζει το Χριστό μας, την Παναγία μας!» Με έντονο και αυστηρό ύφος παρατήρησε τον μεγαλύτερό του. Εκείνος δεν μίλησε καθόλου, μάλλον ντράπηκε που τον παρατήρησε τόσο αυστηρά ένα μικρό παιδί. Μετά ο θείος του έλεγε και ξανάλεγε στον κυρ Ηλία: «Μωρέ, να δεις επίθεση ο Αντωνάκης!». Και καμάρωνε ο πατέρας για το θείο ζήλο που είχε στην καρδιά του ο μικρός του γιος.

Αγαπούσε πολύ την εκκλησία και τις ακολουθίες της. Μια Κυριακή που πήγαινε στην εκκλησία -θα ήταν τότε δέκα έως ένδεκα ετών- λίγο πιο πάνω από το σπίτι του, στο σταυροδρόμι συνάντησε έναν άγνωστο νέο, επιβλητικό και ασκητικό. Τον κοίταξε με σοβαρότητα και αγάπη και του είπε: «Πρόσεχε, Αντώνη, παιδί μου. Δυο δρόμοι υπάρχουν στη ζωή. Ο ένας με τους χορούς, τις διασκεδάσεις, την κοσμική ζωή, που οδηγεί στην απώλεια. Ο άλλος με τη σεμνή, την ηθική ζωή, που αρέσει στον Θεό». Ο Αντώνης γεμάτος από συγκίνηση αλλά και απορία, συνέχισε το δρόμο του προς την εκκλησία. Μπήκε και στάθηκε μπροστά, όπως συνήθιζε. Καθώς κοίταξε την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου στο τέμπλο, αναγνώρισε με έκπληξη και δέος τον νέο που είχε πριν από λίγο δει στο σταυροδρόμι. Η συνάντηση αυτή ήταν καθοριστική για την περαιτέρω πορεία της ζωής του. Από τότε η αγαθή ψυχή του αλλοιώθηκε ακόμη περισσότερο από τη θεία Χάρη, που τον επεσκίαζε.

Όταν τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο, ακούραστος εργαζόταν σκληρά στα χωράφια του πατέρα του και τα κατάφερνε πολύ καλά σε όλες τις γεωργικές εργασίες. Φόρτωνε το ζώο με τα προϊόντα τους και περπατούσε όλη τη νύχτα, για να φθάσει το πρωί στη Σπάρτη και να τα πουλήσει.

Δεκαεπτά ετών φεύγει από το χωριό με την ευχή των γονέων του, και έρχεται στην Αθήνα για να εργα­σθεί. Αρχικά εργάσθηκε στο εργοστάσιο ποτοποιίας του αδελφού της μητέρας του. Εκεί κάποιος συνάδελφός του του μίλησε για τον π. Ιγνάτιο Κολιόπουλο, άγιο Ιερομόναχο, τον οποίο ο Αντώνης είχε έκτοτε Πνευματικό του.

Ήταν πολύ φιλακόλουθος. Την Κυριακή το πρωί πριν ακόμη ξημερώσει, ξεκινούσε από το Κουκάκι που έμενε, και πήγαινε με τα πόδια στη Χρυσοσπηλιώτισσα, στην οδό Αιόλου, όπου λειτουργούσε και μιλούσε ο π. Ιγνάτιος. Ρουφούσε κυριολεκτικά τα δυνατά και πρακτικά κηρύγματα του π. Ιγνατίου.

Μια μέρα τον κάλεσε ο π. Σεραφείμ Παπακώστας από την Μητρόπολη και του μίλησε για την Ιερωσύνη. Είχε ακούσει από τον π. Ιγνάτιο τα καλύτερα λόγια για τον Αντώνη.

Μεσολάβησε όμως ο πόλεμος του 1940. Επιστρατεύθηκε και ο Αντώνης. Έκανε θερμή προσευχή να τον τοποθετήσουν σε τομέα που δεν θα χρειαζόταν να πάρει όπλο, για να μπορέσει αργότερα να γίνει ιερεύς. Και ο Θεός τον άκουσε και τον διαφύλαξε. Ως λοχίας στους μεταγωγείς και αργότερα ως επιλοχίας της πυροβολαρχίας, πρόσφερε τον εαυτό του με υποδειγματική συνέπεια και αυταπάρνηση στο καθήκον του, με πνευματικότητα και καλωσύνη στους συστρατιώτες του.

Έξη μήνες στο μέτωπο. Προσεύχεται αδιάλειπτα και επιποθεί τη συμμετοχή στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Κάθε Κυριακή περπατούσε πολλά χιλιόμετρα πάνω στα Αλβανικά βουνά -αφού έπαιρνε πρώτα άδεια από το λοχαγό του- αναζητώντας στο πλησιέστερο χωριό Εκκλησία για να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει.

Ο Θεός τον αξίωσε να επιστρέψει και να ανακοινώσει στον Πνευματικό του π. Πολύκαρπο Ανδρώνη, διάδοχο του π. Ιγνατίου, τον πόθο του και την υπόσχεσή του για ολοκληρωτική αφιέρωση. Εκείνος του συνέστησε να πάει στην Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας, υποτακτικός στο Γέροντα Σεραφείμ Ρηγόπουλο, Προηγούμενο της Μονής. «Παιδί μου, μήπως θέλεις να πας πρώτα να δεις, να δοκιμάσεις αν σου αρέσει;» του είπε ο π. Πολύκαρπος. «Εφόσον μου το λέτε εσείς να πάω στην Αγία Λαύρα, εκεί θα πάω», απάντησε ο Αντώνης, χωρίς δισταγμό.

Ο Πνευματικός θαύμασε την ταπείνωση και την υπακοή του νέου, και τον ευλόγησε.

Έτσι, ένα πρωινό του Αυγούστου το 1941 ξεκίνησε για το Μοναστήρι. Δεν πήγε ούτε στο χωριό ν’ αποχαιρετήσει τους γονείς του. Ως καλός γεωργός είχε ήδη βάλει το χέρι στο άροτρο και δεν κοίταζε πίσω.

Ο Αντώνης αναζήτησε τον ιερομόναχο π. Σεραφείμ, ο οποίος ήταν ήδη ενημερωμένος και τον περίμενε. Ο Γέροντας Σεραφείμ ήταν οσιακή, σεβάσμια και πατερική μορφή. Ο Γέροντας Σεραφείμ εξαρχής όρισε τον Αντώνη διακονητή του. Έμενε στο ίδιο κελλί μαζί του. Με πολλή χαρά και προθυμία διακονούσε ο Αντώνης το Γέροντά του, γιατί γνώριζε ότι μέσω εκείνου υπηρετούσε το Θεό.

Πολλές οι δυσκολίες για το δόκιμο από την πρώτη στιγμή της μοναχικής του ζωής. Είχε πάει με χαρά στο Μοναστήρι, συνάντησε όμως κάποια πνευματική χαλάρωση, λόγω του μη κοινοβιακού μοναχικού συστήματος. Το Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας ήταν τότε ιδιόρρυθμο.

Τον Οκτώβριο του 1943 εκοιμήθη ο Γέροντάς του, και τον Δεκέμβριο ο π. Ευσέβιος έζησε το δράμα της εκτέλεσης των Πατέρων και της καταστροφής της Μονής από τους Γερμανούς.

Από το Δεκέμβριο έως τον Απρίλιο που έφυγαν οι Γερμανοί, ο π. Ευσέβιος και οι άλλοι Μοναχοί διανυκτέρευαν στο δάσος. Την ημέρα επισκεύαζαν όπως μπορούσαν τις χαμωκέλλες (κοτέτσια) του Μοναστηριού, για να κατοικήσουν.

Παράλληλα ο π. Ευσέβιος πρωτοστατεί στα έργα της αγάπης στην προσπάθεια να βοηθηθούν οι χήρες και τα ορφανά των Καλαβρύτων. Οι μοναχοί έβαζαν στην άκρη ένα μέρος από τα τρόφιμα που τους έδινε το Μοναστήρι, και ο π. Ευσέβιος τα συγκέντρωνε και τα πήγαινε στα Καλάβρυτα. Ο ίδιος έδινε όλο το μερίδιό του.

- Μην τα δίνεις όλα, του έλεγαν μερικοί. Αδυνάτισες πολύ, θα πεθάνεις.

- Εμείς οι μεγάλοι αντέχουμε. Τα παιδιά έχουν ανάγκη, απαντούσε.

Στηρίζει με την προσευχή του, το λόγο και την έμπρακτη αγάπη του μικρούς και μεγάλους. Ήταν ο παρήγορος άγγελος των ταλαιπωρημένων εκείνων υπάρξεων, που ο πόνος, η ορφάνια, η φτώχεια, η πείνα και το κρύο τους έσπρωχναν στην απόγνωση. Περισσότερο όμως συμπονεί τα παιδιά.

Με την ευλογία του Ηγουμένου ξεκινά ένα πλούσιο κατηχητικό έργο στην περιοχή. Πηγαινοέρχεται με τα πόδια από το Μοναστήρι στα Καλάβρυτα και στα γύρω χωριά και κάνει κατηχητικό στα παιδιά. Δεν ήταν όμως μόνο ο κατηχητής τους. Στο πρόσωπο του σεμνού ιερομονάχου τα απορφανισμένα εκείνα παιδιά βρήκαν τον πατέρα, τον αδελφό, το φίλο. Όλοι τους σήμερα με δάκρυα ευγνωμοσύνης μιλούν για τον π. Ευσέβιο, τον κατηχητή και προστάτη τους στα δύσκολα παιδικά τους χρόνια.

Το 1952 χειροτονείται Πρεσβύτερος στον ιερό ναό της Καπνικαρέας, ενώ από τον επόμενο κιόλας μήνα διορίζεται ως εφημέριος στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών, όπου, όπως ο ίδιος πίστευε, θα εργαζόταν μέχρι το τέλος των σπουδών του. Όμως ο Θεός είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Τον προόριζε να γίνει παρηγορία και στηριγμός των πονεμένων ανθρώπων στην Αθήνα, επί τρεις και πλέον δεκαετίες. Το ίδιο έτος ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Θεόκλητος, τον έκανε Πνευματικό, και του απένειμε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου. Έκτοτε ασκούσε το επίπονο έργο της πνευματικής πατρότητας μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τριανταπέντε σχεδόν χρόνια έζησε μέσα στο νοσοκομείο ο π. Ευσέβιος σαν ασκητής. Ήταν ένα άνθος της ερήμου μέσα στον κόσμο. Για να βρίσκεται συνεχώς κοντά στους αρρώστους, προτίμησε να μένει μέσα στο νοσοκομείο, σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο που του παραχώρησαν στην ταράτσα του παλαιού κτιρίου. Ήταν φτωχό και απέριττο... ο εξοπλισμός του ένα σιδερένιο κρεββάτι, ένα κομοδίνο νοσοκομειακό κι ένα τραπεζάκι. Χωρίς καν βοηθητικό χώρο, χωρίς μόνωση, χωρίς θέρμανση.

Το φαγητό του όλα αυτά τα χρόνια ήταν νοσοκομειακό. Πολλές φορές έκλεινε η τραπεζαρία και έμενε νηστικός. Και όμως ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τροφή για κείνον ήταν η ανακούφιση, η χαρά και η πνευματική ωφέλεια των ασθενών.

Με σπάνια συναίσθηση ευθύνης, με αυταπάρνηση και ένθεο ζήλο, δόθηκε στη διακονία των πονεμένων. Στόχος και διαρκής μέριμνά του ήταν η θεραπεία της ψυχής και του σώματος με τα σωστικά μέσα της θείας χάριτος: την προσευχή, το λόγο του Θεού, τις ευχές της Εκκλησίας, και κυρίως τη συμμετοχή στη λατρευτική και Μυστηριακή ζωή. Διακαής πόθος του ήταν να εξομολογούνται και να κοινωνούν οι άρρωστοι. Επάνω σ’ αυτό το χρέος θυσιαζόταν.

Εφάρμοζε την προσωπική ποιμαντική επικοινωνία με τους ασθενείς. Περνούσε καθημερινά από όλους τους θαλάμους, πλησίαζε τον κάθε άρρωστο και προσπαθούσε να τον βοηθήσει πνευματικά.

Είχε το χάρισμα της παρακλήσεως των ψυχών, της αγάπης και της διακρίσεως. Ήταν ο χαρισματούχος Πνευματικός. Διέβλεπε τον πνευματικό κόσμο των ασθενών και πολλές φορές μ’ ένα του λόγο τους έφερνε σε μετάνοια. Οι άρρωστοι, ακόμη και οι πιο δύσκολοι, εξομολογούνταν -οι περισσότεροι για πρώτη φορά. Μόνο οι αιρετικοί δεν δέχονταν. Είναι χιλιάδες οι ψυχές που αναγεννήθηκαν κάτω από το πετραχήλι του Γέροντα όλα αυτά τα χρόνια. Και γύριζαν στα σπίτια τους νέοι άνθρωποι, ζώντας την εν Χριστώ ζωή, χάρη στην εργασία που έκανε ο π. Ευσέβιος στην ψυχή τους. Είτε έφυγαν έτοιμοι για τον Ουρανό.

Ακτήμων σε όλη του τη ζωή και αφιλοχρήματος ο π. Ευσέβιος ουδέποτε απέκτησε κάποιο περιουσιακό στοιχείο στο όνομά του και ούτε είχε ποτέ βιβλιάριο καταθέσεων σε επίγειες τράπεζες. Βοηθούσε οικονομικά τους άπορους ασθενείς. Συνήθιζε να τοποθετεί διακριτικά κάτω από το προσκέφαλό τους ένα φακελάκι με χρήματα.

Πολλοί νέοι, σήμερα Ιεράρχες της Εκκλησίας μας, ιερομόναχοι και πρεσβύτεροι, σύχναζαν ως φοιτητές στο Ιπποκράτειο. Ο π. Ευσέβιος ήταν το ιερό πρότυπό τους. Ο π. Ευσέβιος αξιώθηκε από το Θεό να προσφέρει στην Εκκλησία πολλά πνευματικά του τέκνα, στην ψυχή των οποίων είχε εργασθεί για την καλλιέργεια του ιερατικού ζήλου.

Με τη χάρη του Θεού το Ιπποκράτειο είχε γίνει επί τρεις δεκαετίες φυτώριο ιερατικών και μοναχικών κλίσεων.

Εραστής του Μοναστικού βίου, υπήρξε εμπνευσμένος διοργανωτής Κοινοβίων. Παράλληλα με την εξαντλητική εργασία και διακονία του στο Νοσοκομείο, ίδρυσε και εκ βάθρων ανήγειρε την Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου στο Μαρκόπουλο Ωρωπού, όπου αναλώθηκε επί είκοσι έτη (1967-1987) ως Κτίτωρ και πνευματικός Πατέρας.

Το 1987, που ο π. Ευσέβιος είχε πλέον συνταξιοδοτηθεί, η Πρόνοια του Θεού οδήγησε τα βήματά του στην Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας με μια ομάδα ευλαβών νεανίδων, πνευματικών του τέκνων που επιθυμούσαν να μονάσουν.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καλαβρύτων θεώρησε ξεχωριστή ευλογία την άφιξη του π. Ευσεβίου στη Μητρόπολή του, τον περιέβαλε με πηγαία υιική αγάπη και του έδειξε δυο Μοναστήρια της Επαρχίας του. Ο ιερός λόφος του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, με το υγιεινό κλίμα, το άριστο νερό των πηγών και το πανέμορφο φυσικό τοπίο με τον ανοικτό ορίζοντα, ενέπνευσε τον Γέροντα, ώστε να επιλέξει το ερειπωμένο Μετόχι της Ι. Μ. Ταξιαρχών, για να εγκατασταθεί εκεί η Αδελφότης.

Τον Νοέμβριο του 1987, το έως τότε Μετόχι μετατράπηκε με προεδρικό διάταγμα σε Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Με την ουσιαστική ηθική και υλική βοήθεια του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ.κ. Αμβροσίου, το παλαιό κτήριο ανακαινίσθηκε εκ βάθρων και οι πρώτες δεκατέσσερις Αδελφές εγκαταστάθηκαν στα τέσσερα κελλιά του, την περίοδο του Πάσχα του 1988.

Η ανεπάρκεια του χώρου για τις λειτουργικές ανάγκες της Αδελφότητος ανάγκασαν τον Γέροντα στα 77 του χρόνια να αποδυθεί σ’ ένα τιτάνιο αγώνα για την ανέγερση της νέας Μονής με μοναδικό εφόδιο την ακράδαντη πίστη του στο Θεό. Η ανέγερση της νέας Μονής ήταν ένα παρατεινόμενο θαύμα, αφού χρήματα δεν υπήρχαν, και η νεοσύστατη Μονή δεν είχε καμιά περιουσία.

Ο Γέροντας, έχοντας άνωθεν πληροφορία ενθάρρυνε τις Μοναχές: «Μην ανησυχείτε. Ο Άγιος Ιωάννης προπορεύεται. Εκείνος θα το κτίσει. Έχει ένα ιδιαίτερο ταμείο για μας και όταν χρειαζόμαστε μας δίνει...». Το κτήριο θεμελιώθηκε το 1991, και το 1995 που ο Γέροντας εκοιμήθη, είχε σχεδόν ολοκληρωθεί.

Παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να λειτουργεί μέχρι το τέλος της ζωής του και να αυτοεξυπηρετείται μέχρι τέλους. Και ο Θεός του τα χάρισε και τα δύο. Η τελευταία Θεία Λειτουργία ήταν σαράντα ημέρες προ της οσιακής κοιμήσεώς του στις 8 Μαΐου, εορτή του προστάτου της Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

Αντιμετώπισε την οδυνηρή νόσο του καρκίνου με θαυμαστή καρτερία και δοξολογία στο Θεό.

Είχε πλήρη διαύγεια μέχρι τέλους. Ευλογούσε και συμβούλευε πατρικά, συγχωρούσε από την καρδιά του, ζητούσε πρώτος συγγνώμη και ευχαριστούσε όλους.

Επί ένδεκα συνεχείς ημέρες ετελείτο Αγρυπνία στη Μονή και ο π. Ευσέβιος περίμενε με πολλή λαχτάρα κάθε φορά τη Θεία Κοινωνία. Μιλούσε ανοικτά και χωρίς φόβο για το θάνατό του: «Το μοναδικό ταξίδι, το υπέροχο, το άφθαστο ταξίδι»!

Την περισσότερη ώρα έμενε σιωπηλός. Βυθισμένος στην προσευχή και στις ουράνιες θεωρίες, σήκωνε πού και πού το εξαντλημένο χέρι του και προσπαθούσε να κάνει το σταυρό του.

Ξημέρωνε η 19η Ιουνίου, ημέρα Δευτέρα. Η θεία Λειτουργία τελείωσε γύρω στις 2 το πρωί. Ο Γέροντας, αν και ήταν τόσο βαριά, κατέβασε τα πόδια του από την κλίνη και κοινώνησε καθιστός για τελευταία φορά. Από σεβασμό, ούτε μία φορά δεν κοινώνησε ξαπλωμένος.

Ήταν πανέτοιμος. Η ώρα που θα έφευγε πλησίαζε. Βαθιά σιγή επικρατούσε στο κελλί του.

Στις 10:15 το πρωϊ άφησε την τελευταία του πνοή.

Αποφθέγματα και Νουθεσίες

  • Όποιος αγωνίζεται κατά της αμαρτίας, γράφει τις ωραιότερες σελίδες στο βιβλίο του Θεού. Γιατί όλα γράφονται εκεί. Όσοι έφυγαν με αρετή, τους έτυχε μεγάλη υποδοχή στον ουρανό.
    Μόνιμος υπάλληλος, σου λέει, στο Δημόσιο. Τί είναι αυτό μπροστά στην αιωνιότητα; Έχουμε εξασφαλίσει θέση μονιμότητας Εκεί;
    Όλο και να προσθέτουμε ένα κομμάτι στη γέφυρα της αγιότητος που θα μας οδηγήσει στον ουρανό.
  • Η νοερά προσευχή πρέπει να γίνεται ανά πάσαν στιγμή. Δεν έχει σημασία αν είναι εντατική ή αδύνατη. Στο δρόμο, στο αυτοκίνητο πού ξέρει ο καθένας τί κάνεις, αν είσαι προσηλωμένος στο Θεό; Νους, στόμα, καρδιά κύκλο ή νοερά προσευχή. Χάνεται ο λογισμός. Απομονώνεται, εξαφανίζεται.

Η προσευχή να γίνεται. Έστω και τυπική, που σου ψιθυρίζει ο διάβολος ότι είναι ξηρή και τυπική.

"Είσελθε εις το ταμιείον σου, όταν προσεύχη, και... αποδώσει σοι εν τω φανερώ". (Ματθ. 6, 6). Να κλείσουμε όχι μόνο την πόρτα του δωματίου μας, όταν θέλουμε να προσευχηθούμε, αλλά να κλείσουμε και τα αυτιά μας και τη σκέψη και όλες τις αισθήσεις του εαυτού μας. Να τα ξεχάσουμε όλα, να είναι νεκρά τη στιγμή εκείνη και μόνο με το Θεόν τον Άπειρο, τον Ένα, τον Πολυέλεο, τον Πολυεύσπλαγχνο Θεό να μιλούμε. Εκείνη τη στιγμή να ζούμε μόνο τον Θεό. Κατά το σώμα να μη ζούμε. Αυτό ζητά, όταν λέει "κλείσας την θύραν σου"' τη θύρα των αισθήσεών μας εννοεί.

Να προσευχώμεθα, να προσευχώμεθα, να προσευχώμεθα. Στην εργασία μας, στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, παντού. Το πρωί, όταν ξυπνήσουμε, πρώτα προσευχή, πάντα προσευχή. Την ευχή να λέμε πολλές φορές, στο δρόμο, στο σχολείο, στην εργασία μας. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλόν. Τότε νιώθουμε τον εαυτό μας γεμάτο και ο Θεός δίνει πλούσια τη Χάρη Του...

  • Καλείται ο άνθρωπος τακτικά να πλησιάζει το Ποτήριο της Ζωής. Η καλύτερη και αγιώτερη πρόσκληση... «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε» λέει ο ιερεύς, όχι «απέλθετε»!.. Παίρνουμε Χριστό Εσταυρωμένο και Αναστημένο. Και τότε όλα τα δύσκολα σημεία δεν έχουν καμιά θέση στη ζωή μας... Ακτινοβολούμε και μοσχοβολάμε από ζωή Χριστού. Και απολαμβάνουμε τη χαρά του Ουρανού από εδώ, γιατί «η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστιν».

«Είμαι πολύ άρρωστος Κύριε, να λέει, δέξαι με, ως βαριά άρρωστο, ως ετοιμοθάνατο». Έτσι πρέπει να πιστεύει όταν πλησιάζει το Ποτήριον της Ζωής. Και έχει ανάγκη, πολλή ανάγκη να πάρει Σώμα και Αίμα Κυρίου, για να δυναμώσει τον εαυτόν του. Για να νικήσει τον εαυτόν του. Για να αγωνισθεί καλύτερα.

  • Πάνω στα νευρά, πάνω στο θυμό, στην ταραχή, επάνω στο σεισμό, στον πειρασμό, βλέπει κανείς τον εαυτό του καλύτερα. Βλέπει και γνωρίζει ο αγωνιστής, η αγωνίστρια, τον εαυτό του καλύτερα. Άμα δε συνέβαινε να θυμώσει, να νευριάσει, θα ήξερε τί είναι, για να αρχίσει να λαμβάνει μέτρα κατά του κακού εαυτού του;
  • Έχει μεγάλη αξία η προσευχή, όταν επεκτείνεται και σε ανθρώπους που δεν έχουν για μας καλή γνώμη. Δυνατόν να μας αντιπαθούν είτε από άγνοια είτε γιατί ζουν μακριά από τον Θεό. Και όχι να λέει κανείς δυο λόγια, αλλά με την καρδιά του, με πραγματική αγάπη. Ο πιστός που φεύγει από αυτή την ζωή, πόση χαρά νιώθει για το ότι προσευχόταν για κάποιον που δεν του φέρθηκε καλά!..
  • Ελεημοσύνη δεν είναι μόνο να δώσεις ένα κομμάτι ψωμί. Ελεημοσύνη είναι να πεις και μια κουβέντα καλή. Εκείνη θα μείνει περισσότερο. Το ψωμί θα το φάει, πάει. Μια κουβέντα σωστή καλή που θα πεις, με την αρετή σου, με την αγιότητά σου, αυτή θα μείνει. Αυτή αποτελεί υπέροχη ελεημοσύνη
  • Η στενοχώρια και η απογοήτευση έρχονται, όταν στηριζόμαστε στον εαυτό μας και στις δικές μας δυνάμεις. Να τα αφήνουμε όλα με εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού και στην αγάπη Του να τα τακτοποιή­σει.

Να αποφεύγουμε τη μελαγχολία όπως ο διάβολος το λιβάνι. Η μελαγχολία ξεκινάει από τον εγωισμό και το απαιτητικό πνεύμα.

  • Ακόμη κι όταν αδικούμαστε να μην παραπονούμαστε. Ευκαιρία είναι.

Και να μας πουν μια κουβέντα να μη σταθούμε. Ο Κύριος καρφώθηκε πάνω στο Σταυρό. Κι όμως «εσιώπα». Εμείς γιατί διαμαρτυρόμαστε; Άλλωστε «μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς».

Και να αδικείται ακόμα ο πνευματικός άνθρωπος δεν βλάπτεται, όταν δεν μιλάει. Βλέπει τον εαυτόν του καλύτερα, ευχαριστεί τον Θεόν και κοιτάζει μήπως κάποια αδυναμία κρύβεται μέσα του και του κάνει ζημιά στην πνευματική του πορεία.

Η αδικία πάντοτε χωρίζει εκείνους που αδικούν από τον δίκαιο Θεό και τους οδηγεί στη χρεωκοπία... Αδικημένοι να είμαστε, για να έχουμε μισθό από τον Θεό.

Κύλιση στην Αρχή